Η μάχη για το Μπαμπ ελ Μαντέμπ και το Ορμούζ, οι περιφερειακές συμμαχίες και η αναδιάταξη ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Η κρίση στην Υεμένη εισέρχεται σε μια νέα φάση, κατά την οποία η σύγκρουση παύει να περιορίζεται στα όρια του ίδιου του κράτους και αποκτά ευρύτερη περιφερειακή σημασία. Οι αναφερόμενες επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, οι απειλές των Χούθι κατά της Σαουδικής Αραβίας και η κινητοποίηση νέων αμυντικών συνεργασιών δείχνουν ότι το πεδίο της αντιπαράθεσης διευρύνεται. Το διακύβευμα δεν είναι πλέον μόνο ο έλεγχος της Υεμένης, αλλά και η ασφάλεια των μοναρχιών του Κόλπου, η ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή και η απρόσκοπτη λειτουργία των θαλάσσιων οδών που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη.
Η γεωγραφία προσδίδει στην κρίση ιδιαίτερη στρατηγική βαρύτητα. Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, η Ερυθρά Θάλασσα και η Διώρυγα του Σουέζ αποτελούν κρίσιμους κόμβους του παγκόσμιου εμπορίου, ενώ το Ορμούζ παραμένει κομβικό σημείο για τις ενεργειακές ροές. Όταν η αστάθεια αγγίζει ταυτόχρονα αυτά τα περάσματα, οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα των εμπλεκόμενων κρατών. Η ναυσιπλοΐα, οι ενεργειακές εξαγωγές και οι εμπορικές αλυσίδες μετατρέπονται σε μέσα πίεσης, ενώ κάθε στρατιωτική κίνηση μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις που δύσκολα ελέγχονται.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος επιτίθεται και ποιος απαντά. Είναι αν διαμορφώνονται οι συνθήκες για τη σύνδεση επιμέρους συγκρούσεων σε ένα ευρύτερο περιφερειακό μέτωπο. Η προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, η σχέση της Τεχεράνης με τους Χούθι, η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών και οι υπολογισμοί του Ισραήλ συγκροτούν ένα σύνθετο πλέγμα συμφερόντων, αποτροπής και ανταγωνισμού. Αυτό, ωστόσο, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενός ενιαίου σχεδίου ούτε σημαίνει ότι όλες οι πλευρές επιδιώκουν γενικευμένο πόλεμο.
Η Υεμένη μπορεί να εξελιχθεί σε πυροκροτητή περιφερειακής σύγκρουσης, όχι απαραίτητα επειδή κάποια δύναμη έχει σχεδιάσει μια συνολική ανάφλεξη, αλλά επειδή η αλληλεπίδραση στρατιωτικών ενεργειών, ενεργειακών πιέσεων και αμυντικών δεσμεύσεων δημιουργεί τον κίνδυνο μιας αλυσιδωτής κλιμάκωσης. Για να κατανοήσουμε αυτή τη δυναμική, χρειάζεται να εξετάσουμε όχι μόνο τα γεγονότα στο πεδίο, αλλά και τη γεωγραφία, τις στρατηγικές επιδιώξεις των δυνάμεων και τα όρια της επιρροής τους. Εκεί βρίσκεται η ουσία της κρίσης: στο ενδεχόμενο μια τοπική σύγκρουση να μεταβάλει τις ισορροπίες σε ολόκληρη την περιφέρεια.
1. Από τη Σαναά στο Ριάντ: Η κρίση περνά σε νέα φάση
Η προειδοποίηση για εκκένωση εγκαταστάσεων της Υεμενικής Εταιρείας Πετρελαίου στην περιοχή Αλ Σαμπάχα, στη Σαναά, και οι αναφορές για αεροπορικά πλήγματα σε πετρελαϊκές υποδομές δυτικά της πρωτεύουσας σηματοδοτούν μια επικίνδυνη μετατόπιση της σύγκρουσης. Η ενεργειακή υποδομή δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη στρατιωτικό στόχο. Είναι μέρος του μηχανισμού επιβίωσης μιας χώρας, της λειτουργίας των μεταφορών και της τροφοδοσίας του πληθυσμού. Όταν τέτοιες εγκαταστάσεις εισέρχονται στο πεδίο των επιχειρήσεων, η πίεση αποκτά ταυτόχρονα στρατιωτικό, οικονομικό και κοινωνικό χαρακτήρα.
Η ακριβής έκταση των πληγμάτων, οι ζημιές και οι επιχειρησιακοί στόχοι τους χρειάζονται προσεκτική διασταύρωση. Η προειδοποίηση εκκένωσης, εφόσον επιβεβαιώνεται, δείχνει πρόθεση προετοιμασίας στρατιωτικής ενέργειας, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει το σύνολο των επιχειρήσεων που ακολούθησαν. Αντίστοιχα, οι αναφορές για πλήγματα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις πρέπει να διαχωρίζονται από την εκτίμηση για τις συνέπειές τους. Άλλο η καταγραφή μιας επίθεσης και άλλο η απόδειξη ότι αυτή προκάλεσε εκτεταμένη διακοπή ανεφοδιασμού ή μεταβολή της στρατιωτικής ισορροπίας.
Η απάντηση των Χούθι, γνωστών και ως Ανσάρ Αλλάχ, κινείται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο, η οργάνωση απειλεί με αντίποινα κατά της Σαουδικής Αραβίας και χαρακτηρίζει τις εγκαταστάσεις της σαουδαραβικής πετρελαϊκής βιομηχανίας νόμιμους στόχους. Στο δεύτερο, επιχειρεί να μεταφέρει το κόστος της σύγκρουσης από το υεμενικό πεδίο στην ίδια τη σαουδαραβική επικράτεια. Σε δηλώσεις που αποδόθηκαν σε εκπρόσωπό της, τον Μοχάμεντ αλ-Μπουχάιτι, διατυπώθηκε η θέση ότι οι επιθέσεις κατά πετρελαϊκών και κρίσιμων υποδομών θα συνεχιστούν εάν το Ριάντ δεν σταματήσει τον πόλεμο.
Η διατύπωση αυτή έχει συγκεκριμένη στρατηγική σημασία. Οι Χούθι δεν απειλούν μόνο με στρατιωτική ανταπόδοση. Επιχειρούν να καταστήσουν τη συνέχιση της σαουδαραβικής εκστρατείας οικονομικά και πολιτικά δαπανηρότερη, μεταφέροντας την αβεβαιότητα στις ενεργειακές εγκαταστάσεις, στις μεταφορές και στην ασφάλεια των μεγάλων αστικών κέντρων. Ωστόσο, η ανακοίνωση ενός στόχου δεν σημαίνει ότι η οργάνωση διαθέτει σε κάθε περίπτωση την επιχειρησιακή δυνατότητα να τον πλήξει επιτυχώς. Η πραγματική εμβέλεια, η ακρίβεια και η συχνότητα των επιθέσεων πρέπει να εξετάζονται χωριστά από τη ρητορική των απειλών.
Το Ριάντ στο επίκεντρο: Η επίθεση στο αεροδρόμιο και οι αντικρουόμενες αναφορές
Κομβικό σημείο της κλιμάκωσης αποτελεί η επίθεση που αναφέρθηκε στις 10 Οκτωβρίου στο αεροδρόμιο του Ριάντ. Οι διαθέσιμες αναφορές δεν συμφωνούν πλήρως ως προς τον απολογισμό: αρχικά καταγράφηκαν 12 νεκροί και 309 τραυματίες, ενώ μεταγενέστερες πληροφορίες ανέβασαν τον αριθμό των νεκρών στους 13, διατηρώντας τον αριθμό των τραυματιών σε περισσότερους από 300. Αναφέρθηκε επίσης ότι η λειτουργία του αεροδρομίου διακόπηκε έως τις 17 Οκτωβρίου. Η ευθύνη αποδόθηκε στους Χούθι σε ορισμένες αναφορές, αλλά η απόδοση ευθύνης και οι επιμέρους λεπτομέρειες της επίθεσης δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως πλήρως εξακριβωμένες χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση.
Οι αποκλίσεις στους αριθμούς των θυμάτων δεν είναι ασήμαντη λεπτομέρεια. Σε συνθήκες πολέμου, οι πρώτες ανακοινώσεις συχνά αναθεωρούνται, ενώ οι εμπλεκόμενες πλευρές έχουν κίνητρο να παρουσιάσουν τα γεγονότα με τρόπο που εξυπηρετεί τη στρατηγική τους. Για τον λόγο αυτό, ο απολογισμός πρέπει να καταγράφεται με τις διαδοχικές εκδοχές του και όχι να επιλέγεται αυθαίρετα ένας αριθμός ως οριστικός.
Εφόσον επιβεβαιωθούν τόσο η επίθεση όσο και η παρατεταμένη διακοπή της λειτουργίας του αεροδρομίου, το πλήγμα αποκτά βαρύτερη σημασία από εκείνη μιας μεμονωμένης στρατιωτικής ενέργειας. Το αεροδρόμιο αποτελεί κρίσιμο κόμβο μετακινήσεων, εφοδιασμού και κρατικής λειτουργίας. Μια επίθεση που προκαλεί σοβαρές απώλειες και διακόπτει τη λειτουργία του μπορεί να μετατρέψει την αίσθηση ασφάλειας στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν περιστατικά αναχαίτισης τριών μη επανδρωμένων αεροσκαφών βόρεια του Ριάντ, καθώς και ισχυρισμός των Χούθι ότι κατέρριψαν σαουδαραβικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος στην περιοχή της Σαάντα. Τα περιστατικά αυτά εντάσσονται στην ευρύτερη εικόνα ανταλλαγής επιθέσεων και στρατιωτικών ισχυρισμών. Δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ούτε το εύρος μιας ενιαίας επιχείρησης ούτε την ύπαρξη συντονισμένου σχεδίου από περισσότερες δυνάμεις. Δείχνουν, όμως, ότι η αντιπαράθεση περιλαμβάνει πλέον τόσο επιθέσεις κατά υποδομών όσο και επιχειρήσεις με μη επανδρωμένα συστήματα, τα οποία έχουν αποκτήσει κεντρικό ρόλο στη σύγχρονη περιφερειακή σύγκρουση.
Η στρατηγική σημασία της νέας φάσης
Η μετάβαση από τα πλήγματα στο υεμενικό έδαφος στις απειλές κατά της σαουδαραβικής ενεργειακής υποδομής και στις αναφορές για πλήγμα σε μεγάλο αεροπορικό κόμβο δημιουργεί έναν διαφορετικό συσχετισμό πίεσης. Το Ριάντ καλείται να απαντήσει σε τρία επίπεδα: να περιορίσει τη στρατιωτική ικανότητα των Χούθι, να προστατεύσει τις κρίσιμες εγκαταστάσεις του και να αποτρέψει την εντύπωση ότι η σαουδαραβική επικράτεια παραμένει ευάλωτη σε επαναλαμβανόμενες επιθέσεις.
Εδώ βρίσκεται το βασικό δίλημμα. Μια περιορισμένη απάντηση μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία αποτροπής. Μια ευρύτερη εκστρατεία, αντίθετα, μπορεί να προκαλέσει νέες επιθέσεις κατά σαουδαραβικών υποδομών και να διευρύνει το μέτωπο. Η κλιμάκωση δεν είναι αναγκαστικά αποτέλεσμα μιας κεντρικά οργανωμένης στρατηγικής. Μπορεί να προκύψει και από τη διαδοχική αντίδραση των αντιπάλων, όταν κάθε πλευρά θεωρεί ότι οφείλει να απαντήσει για να διατηρήσει την αξιοπιστία της.
Η κρίση, επομένως, δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των πληγμάτων, αλλά από τη μεταβολή των στόχων τους. Όταν οι ενεργειακές εγκαταστάσεις, τα αεροδρόμια και οι κρίσιμες υποδομές εισέρχονται στο επίκεντρο, η σύγκρουση αποκτά μεγαλύτερο οικονομικό βάθος και αυξάνει τον κίνδυνο να συνδεθεί με άλλες περιφερειακές αντιπαραθέσεις.
Το επόμενο ερώτημα είναι γεωγραφικό και στρατηγικό: ποιος ελέγχει τις προσβάσεις προς την Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, και κατά πόσο οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Υεμένης μπορούν να μεταβάλουν τις δυνατότητες της Σαουδικής Αραβίας να ελέγξει την κλιμάκωση. Εκεί μεταφέρεται το βάρος της ανάλυσης, από την ανταλλαγή πληγμάτων στη μάχη για τον χώρο.
2. Η μάχη για την Υεμένη: Μόχα, Ντουμπάμπ, Ταΐζ και Μπαμπ ελ Μαντέμπ
Η εξέλιξη που μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τη στρατηγική εικόνα δεν βρίσκεται μόνο στις επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας, αλλά στην αναμέτρηση για τη δυτική ακτή της Υεμένης. Η περιοχή συνδέει το εσωτερικό της χώρας με το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, το στενό πέρασμα ανάμεσα στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Άντεν. Ο έλεγχος των παράκτιων θέσεων, των λιμανιών, των νησιών και των οδικών αξόνων που οδηγούν προς το στενό αποκτά επομένως σημασία πολύ μεγαλύτερη από την έκταση του ίδιου του εδάφους.
Τον Σεπτέμβριο, οι Χούθι σημείωσαν σημαντικές προελάσεις στη δυτική Υεμένη. Αναφορές της περιόδου τούς απέδωσαν την κατάληψη της Μόχα και του λιμανιού της, την προώθηση προς την περιοχή Ντουμπάμπ, καθώς και την παρουσία τους σε νησιά που βρίσκονται κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Σε ορισμένες καταγραφές περιλαμβάνονταν το νησί Μαγιούν, που βρίσκεται μέσα στο στενό, και τα νησιά Χανίς και Ζουκάρ. Η έκταση και η διάρκεια του ελέγχου κάθε θέσης, ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένες μόνο επειδή αναφέρθηκαν σε στρατιωτικές ή πολιτικές ανακοινώσεις.
Η σημασία αυτών των κινήσεων είναι σαφής: εάν οι Χούθι μπορούσαν να εδραιώσουν παρουσία τόσο στις παράκτιες περιοχές όσο και στα νησιά που δεσπόζουν στο θαλάσσιο πέρασμα, θα αποκτούσαν μεγαλύτερη δυνατότητα να απειλούν τη ναυσιπλοΐα και να χρησιμοποιούν την ασφάλεια των εμπορικών διαδρομών ως μοχλό πίεσης. Αυτό δεν θα σήμαινε κατ’ ανάγκη πλήρη έλεγχο του στενού ή δυνατότητα αποκλεισμού κάθε πλοίου. Θα σήμαινε, όμως, ότι η απειλή κατά της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να διατηρείται ακόμη και χωρίς συνεχή φυσική παρουσία σε ολόκληρη την ακτογραμμή.
Στις 5 Οκτωβρίου, οι δυνάμεις της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης ανακοίνωσαν την έναρξη ευρείας αντεπίθεσης με την ονομασία «Αυγή της Υεμένης». Η επιχείρηση υποστηρίχθηκε από τη σαουδαραβική αεροπορική ισχύ και συμμετοχή δυνάμεων που αντιτίθενται στους Χούθι, μεταξύ των οποίων οι Ταξιαρχίες των Νοτίων Γιγάντων και οι Δυνάμεις της Ασπίδας του Έθνους. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της κυβερνητικής πλευράς, οι πρώτοι στόχοι περιλάμβαναν θέσεις στη Ντουμπάμπ, το αεροδρόμιο της περιοχής και κρίσιμα σημεία κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Η σαουδαραβική πλευρά ανέφερε ότι περίπου 100 μαχητικά αεροσκάφη συμμετείχαν στην αρχική φάση και ότι επλήγησαν 324 στόχοι υψηλής αξίας. Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν ισχυρισμούς της πλευράς που διεξήγαγε την επιχείρηση και δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο απολογισμό. Οι Χούθι αμφισβήτησαν τις ανακοινώσεις περί απωλειών και εδαφικών κερδών, ενώ οι δύο πλευρές παρουσίασαν διαφορετικές εικόνες για το ποιος ελέγχει τις επίμαχες θέσεις.
Αυτή η αντίφαση είναι κρίσιμη. Η ανακοίνωση κατάληψης μιας περιοχής δεν αποδεικνύει ότι η περιοχή έχει ασφαλιστεί, ότι έχουν διακοπεί οι αντίπαλες γραμμές ανεφοδιασμού ή ότι ο αντίπαλος δεν μπορεί να επιστρέψει. Στον πόλεμο της Υεμένης, όπου το ανάγλυφο, οι ορεινοί διάδρομοι και οι τοπικές συμμαχίες επηρεάζουν άμεσα τις επιχειρήσεις, η κατάληψη μιας θέσης μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή εάν δεν συνοδευτεί από έλεγχο των προσβάσεων και προστασία των δυνάμεων που την κατέλαβαν.
Η Μόχα: Το λιμάνι ως στρατιωτικός και οικονομικός κόμβος
Η Μόχα δεν είναι απλώς μια παράκτια πόλη. Η θέση της, βόρεια του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, την καθιστά σημαντικό σημείο για τον έλεγχο της δυτικής ακτής και των διαδρομών που συνδέουν το παράκτιο μέτωπο με την ενδοχώρα. Η κατοχή της μπορεί να προσφέρει χώρο συγκέντρωσης δυνάμεων, πρόσβαση σε λιμενικές εγκαταστάσεις και δυνατότητα πίεσης στις αντίπαλες γραμμές ανεφοδιασμού.
Στις 5 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση της Υεμένης ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις της είχαν ανακαταλάβει τη Μόχα. Ωστόσο, οι αναφορές της ίδιας περιόδου κατέγραψαν διαφωνία ακόμη και επί του συγκεκριμένου γεγονότος: ενώ κυβερνητικές πηγές μιλούσαν για είσοδο στην πόλη και επιχειρήσεις εκκαθάρισης, άλλες πηγές αμφισβητούσαν ότι είχε περάσει υπό σταθερό κυβερνητικό έλεγχο και υποστήριζαν ότι οι ανακοινώσεις περί νίκης ήταν πρόωρες. Επομένως, η ανακατάληψη της πόλης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως οριστικά εδραιωμένο γεγονός χωρίς επιβεβαίωση της κατάστασης στο έδαφος.
Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι μόνο ποια σημαία κυματίζει στο λιμάνι. Είναι εάν η πλευρά που ελέγχει την πόλη μπορεί να διατηρήσει ασφαλείς τις οδούς ανεφοδιασμού, να προστατεύσει τις γύρω θέσεις και να αποτρέψει μια νέα αντεπίθεση. Μια πρόσκαιρη είσοδος σε έναν λιμένα δεν ισοδυναμεί με διαρκή έλεγχο της ακτής.
Ντουμπάμπ και Μπαμπ ελ Μαντέμπ: Ο έλεγχος του περάσματος
Στις 5 Οκτωβρίου, οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι κατέλαβαν τη Ντουμπάμπ και στρατηγικές θέσεις γύρω από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, με αεροπορική υποστήριξη και επιχειρήσεις κατά των γραμμών ανεφοδιασμού των Χούθι. Αναφέρθηκε επίσης ότι κυβερνητικές δυνάμεις κατέλαβαν το αεροδρόμιο της περιοχής και ότι αποκόπηκαν διαδρομές που συνέδεαν τις θέσεις των Χούθι με το παράκτιο μέτωπο. Οι ανακοινώσεις αυτές προέρχονται κυρίως από την κυβερνητική πλευρά, ενώ οι Χούθι αρνήθηκαν ότι οι αντίπαλοί τους είχαν επιτύχει την έκταση των εδαφικών κερδών που υποστήριζαν.
Στις 7 Οκτωβρίου, κυβερνητικές πηγές ανακοίνωσαν επιπλέον ότι είχαν εξασφαλίσει θέσεις στην ορεινή ζώνη Καχμπούμπ, η οποία περιλαμβάνει υψώματα και περάσματα με θέα προς το στενό. Αυτά τα υψώματα έχουν σημασία επειδή ο έλεγχός τους διευκολύνει την παρατήρηση των κινήσεων, την προστασία των παράκτιων θέσεων και την ασφάλεια των οδών ανεφοδιασμού. Η στρατιωτική σημασία τους, συνεπώς, δεν εξαντλείται στην κατάληψη του εδάφους, αλλά επεκτείνεται στη δυνατότητα διατήρησης της επιχειρησιακής πρωτοβουλίας.
Η εικόνα, πάντως, παραμένει ρευστή. Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις περί ανάκτησης του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και των γύρω θέσεων δεν σημαίνουν ότι έχει εξαλειφθεί η δυνατότητα των Χούθι να απειλούν τη ναυσιπλοΐα. Ακόμη και αν χάσουν ορισμένες παράκτιες θέσεις, μπορούν να διατηρούν δυνατότητες επιθέσεων από την ενδοχώρα, μέσω πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Η απώλεια εδάφους περιορίζει τις επιλογές τους, αλλά δεν τις μηδενίζει.
Η δεύτερη μάχη: Ταΐζ και οι γραμμές ανεφοδιασμού
Η σύγκρουση στη δυτική ακτή δεν μπορεί να απομονωθεί από τις μάχες γύρω από την Ταΐζ. Η πόλη και οι γύρω ορεινές περιοχές συνδέονται με διαδρομές που οδηγούν από το εσωτερικό προς την ακτή. Όποιος ελέγχει αυτά τα περάσματα μπορεί να ενισχύσει τις δυνάμεις του στο παράκτιο μέτωπο ή, αντίθετα, να αποκόψει τον αντίπαλο από τις προμήθειες και τις ενισχύσεις του.
Παράλληλα με τις επιχειρήσεις κοντά στο στενό, οι Χούθι προωθήθηκαν σε τμήματα της περιοχής της Ταΐζ, ενώ κυβερνητικές πηγές ανέφεραν επιθέσεις και αντεπιθέσεις σε διάφορα μέτωπα. Οι αναφορές για την Αλ Τουρμπά και για την έκταση του αποκλεισμού της Ταΐζ δεν ήταν απολύτως ομοιόμορφες. Παρ’ όλα αυτά, η πίεση στις οδικές συνδέσεις της πόλης συνιστά σημαντικό επιχειρησιακό παράγοντα, επειδή μπορεί να υποχρεώσει τις κυβερνητικές δυνάμεις να διασπάσουν τις δυνάμεις τους ανάμεσα στην άμυνα της ενδοχώρας και στην αντεπίθεση προς την ακτή.
Αυτή η διπλή πίεση αποκαλύπτει ένα κρίσιμο όριο της σαουδαραβικής στρατηγικής. Η αεροπορική υπεροχή μπορεί να πλήξει συγκεντρώσεις δυνάμεων, αποθήκες και διαδρομές ανεφοδιασμού, αλλά δεν εγγυάται από μόνη της σταθερό έλεγχο του εδάφους. Για να μετατραπεί η αεροπορική υποστήριξη σε διαρκές στρατηγικό κέρδος, απαιτούνται χερσαίες δυνάμεις που μπορούν να κρατήσουν τις θέσεις, να ασφαλίσουν τις οδούς και να αντιμετωπίσουν αντεπιθέσεις.
Το γεωπολιτικό διακύβευμα
Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ είναι ένα από τα σημεία όπου η γεωγραφία μετατρέπεται άμεσα σε πολιτική ισχύ. Η σημασία του δεν προκύπτει μόνο από τη διέλευση εμπορικών πλοίων, αλλά από τη σύνδεση της Ερυθράς Θάλασσας με τον Κόλπο του Άντεν και, μέσω αυτού, με τον Ινδικό Ωκεανό. Μια παρατεταμένη απειλή κατά της ναυσιπλοΐας μπορεί να αυξήσει τα ασφάλιστρα, να επιβαρύνει τις μεταφορές και να αναγκάσει πλοία να επιλέξουν μεγαλύτερες διαδρομές.
Για τη Σαουδική Αραβία, η ανάκτηση των παράκτιων θέσεων θα μπορούσε να περιορίσει έναν βασικό μοχλό πίεσης των Χούθι. Για τους Χούθι, η διατήρηση της δυνατότητας να απειλούν το στενό προσφέρει διαπραγματευτικό βάρος που υπερβαίνει τις πραγματικές διαστάσεις της Υεμένης. Για τις εξωτερικές δυνάμεις, το ζήτημα αφορά την ασφάλεια μιας κρίσιμης εμπορικής αρτηρίας και τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις εξελίξεις σε ένα σημείο σύνδεσης της Μέσης Ανατολής με την Αφρική και την Ασία.
Η στρατηγική αποτίμηση, ωστόσο, απαιτεί διάκριση ανάμεσα σε τρία επίπεδα:
Εδαφικός έλεγχος: ποιος κατέχει πραγματικά τις πόλεις, τα υψώματα, τα νησιά και τα παράκτια σημεία.
Επιχειρησιακός έλεγχος: ποιος μπορεί να ανεφοδιάζει τις δυνάμεις του, να προστατεύει τις θέσεις του και να αποκρούει αντεπιθέσεις.
Θαλάσσιος εκβιασμός ή αποτροπή: ποιος διαθέτει την ικανότητα να απειλεί τη ναυσιπλοΐα, ακόμη και χωρίς να ελέγχει ολόκληρο το στενό.
Η σύγχυση αυτών των επιπέδων οδηγεί σε υπερβολικά συμπεράσματα. Η ανακατάληψη μιας περιοχής δεν ισοδυναμεί με οριστική εξάλειψη της απειλής, όπως και η παρουσία των Χούθι κοντά στο στενό δεν σημαίνει ότι μπορούν να επιβάλουν απόλυτο αποκλεισμό του.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η επιχείρηση «Αυγή της Υεμένης» μπορεί να μετατρέψει τα αρχικά εδαφικά κέρδη σε σταθερό έλεγχο της δυτικής ακτής. Αν αποτύχει, οι μάχες μπορεί να παραταθούν, ενώ οι Χούθι θα διατηρούν τη δυνατότητα να μεταφέρουν την πίεση προς τη Σαουδική Αραβία και τη ναυσιπλοΐα. Αν επιτύχει, θα περιορίσει τις επιλογές τους, χωρίς όμως να εξαλείψει αυτομάτως την πυραυλική και μη επανδρωμένη απειλή.
Από εδώ προκύπτει το επόμενο επίπεδο της ανάλυσης: η ίδια η Σαουδική Αραβία. Η στρατιωτική της εμπλοκή δεν αφορά πλέον μόνο την ανατροπή των εδαφικών κερδών των Χούθι. Αφορά και την προστασία της επικράτειας, των ενεργειακών υποδομών και της περιφερειακής αξιοπιστίας της, σε μια συγκυρία όπου η υπερβολική κλιμάκωση μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους μεγαλύτερους από εκείνους που επιχειρεί να εξαλείψει.
3. Η Σαουδική Αραβία σε στρατηγικό αδιέξοδο
Για το Ριάντ, η κρίση στην Υεμένη έχει μετατραπεί σε δοκιμασία στρατιωτικής αποτελεσματικότητας και περιφερειακής αξιοπιστίας. Η Σαουδική Αραβία καλείται να περιορίσει τους Χούθι, να προστατεύσει τις ενεργειακές της εγκαταστάσεις και να αποτρέψει νέες επιθέσεις στην επικράτειά της, χωρίς να εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο απεριόριστης διάρκειας.
Το δίλημμα είναι συγκεκριμένο: η κλιμάκωση μπορεί να ενισχύσει την πίεση προς τους Χούθι, αλλά ταυτόχρονα να αυξήσει το κόστος για την ίδια τη Σαουδική Αραβία. Οι απειλές κατά πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και οι αναφορές για πλήγματα στο Ριάντ αναδεικνύουν την ευπάθεια υποδομών που στηρίζουν τόσο την οικονομία όσο και τη διεθνή θέση του βασιλείου.
Η ενεργειακή διάσταση είναι καθοριστική. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τον αγωγό Ανατολής–Δύσης, ο οποίος συνδέει τις πετρελαϊκές περιοχές της ανατολικής χώρας με τις εγκαταστάσεις εξαγωγής στην Ερυθρά Θάλασσα. Η ονομαστική μεταφορική του ικανότητα έχει αναφερθεί περίπου στα 5,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μεταφέρει πάντοτε αυτή την ποσότητα: η πραγματική ροή εξαρτάται από τη λειτουργία του συστήματος, τη διαθεσιμότητα των εγκαταστάσεων και τις συνθήκες των εξαγωγών.
Ο αγωγός προσφέρει εναλλακτική διαδρομή προς την Ερυθρά Θάλασσα, όχι πλήρη ασπίδα απέναντι σε μια περιφερειακή κρίση. Εάν η απειλή επεκταθεί ταυτόχρονα προς την Ερυθρά Θάλασσα και το Ορμούζ, η δυνατότητα παράκαμψης ενός θαλάσσιου περάσματος δεν εξαλείφει τον συνολικό κίνδυνο.
Το δίλημμα της κλιμάκωσης
Το Ριάντ έχει τρεις βασικές επιλογές:
Εντατικοποίηση των επιχειρήσεων: μεγαλύτερη στρατιωτική πίεση, αλλά και αυξημένος κίνδυνος αντιποίνων.
Ενίσχυση της περιφερειακής άμυνας: προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων και συνεργασία με συμμάχους, χωρίς εγγύηση ότι θα σταματήσουν οι επιθέσεις.
Πολιτική αποκλιμάκωση: περιορισμός του κόστους του πολέμου, με κίνδυνο να εκληφθεί ως υποχώρηση.
Η συνεργασία με την Τουρκία και το Πακιστάν μπορεί να ενισχύσει την αμυντική ικανότητα του βασιλείου. Δεν εξασφαλίζει, όμως, ότι οι δύο χώρες θα συμμετάσχουν σε επιθετικές επιχειρήσεις μέσα στην Υεμένη.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι η Σαουδική Αραβία δεν αντιμετωπίζει μόνο έναν αντίπαλο εντός της Υεμένης. Αντιμετωπίζει την πιθανότητα να μεταφερθεί η σύγκρουση στις ενεργειακές υποδομές της και να συνδεθεί με την αστάθεια των θαλάσσιων οδών.
Το Ριάντ μπορεί να κερδίσει έδαφος χωρίς να εξασφαλίσει στρατηγική νίκη. Και όσο η στρατιωτική πίεση δεν συνοδεύεται από σταθερή πολιτική διευθέτηση, κάθε επιτυχία στο πεδίο κινδυνεύει να αποδειχθεί προσωρινή.
4. Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν: Η νέα αμυντική σύμπραξη
Η προσέγγιση του Ριάντ με την Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Σαουδική Αραβία αναζητά τρόπους να ενισχύσει την άμυνά της χωρίς να επωμιστεί μόνη της το κόστος μιας ευρύτερης σύγκρουσης.
Στις 5 Οκτωβρίου αναφέρθηκε συμφωνία αμυντικής συνεργασίας των τριών χωρών, με έμφαση στη συλλογική άμυνα και στην πρακτική εφαρμογή κοινών μηχανισμών. Στο πλαίσιο της συμφωνίας έγινε λόγος για ταχεία ανάπτυξη συμφωνημένων δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία. Οι ακριβείς αριθμοί, οι επιχειρησιακές αποστολές και οι όροι ενεργοποίησης αυτών των δυνάμεων δεν έχουν αποσαφηνιστεί επαρκώς.
Η σημασία της συμφωνίας βρίσκεται στη δημιουργία ενός πλαισίου συνεργασίας ανάμεσα σε τρεις χώρες με διαφορετικές δυνατότητες και περιφερειακές επιδιώξεις. Δεν αποτελεί, από μόνη της, απόδειξη ότι συγκροτείται ενιαίο επιθετικό μέτωπο κατά του Ιράν ή των Χούθι.
Η Τουρκία: Αεράμυνα, τεχνολογία και πολιτικοί περιορισμοί
Η Άγκυρα έχει ξεκαθαρίσει ότι η συμφωνία έχει αμυντικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί εξουσιοδότηση για επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον τρίτων χωρών. Ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ανέφερε ότι εξετάζεται η συνδρομή στην αεράμυνα, στον ηλεκτρονικό πόλεμο και στην τεχνική υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας. Στις 12 Οκτωβρίου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε ότι η συμφωνία θα προωθηθεί στην τουρκική Εθνοσυνέλευση για έγκριση.
Η στάση αυτή αποκαλύπτει την προσπάθεια της Τουρκίας να ενισχύσει την περιφερειακή της παρουσία χωρίς να εμπλακεί απευθείας σε έναν πόλεμο με απρόβλεπτη έκβαση. Η αμυντική υποστήριξη μπορεί να ενισχύσει τη σαουδαραβική αποτροπή, αλλά η αποστολή τουρκικών στρατευμάτων σε επιθετικές επιχειρήσεις στην Υεμένη αποτελεί διαφορετικό και σαφώς πιο επικίνδυνο ενδεχόμενο.
Το Πακιστάν: Η ισορροπία ανάμεσα στο Ριάντ και την Τεχεράνη
Για το Πακιστάν, η συμφωνία έχει ακόμη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Το Ισλαμαμπάντ διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία, αλλά χρειάζεται επίσης να αποφύγει την ανεξέλεγκτη επιδείνωση των σχέσεών του με το γειτονικό Ιράν.
Υπάρχουν αναφορές για μεταφορά πακιστανικών στρατιωτικών μέσων και προσωπικού στη Σαουδική Αραβία, χωρίς να έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως η έκταση, η αποστολή και οι επιχειρησιακοί περιορισμοί τους. Δεν προκύπτει τεκμηριωμένα ότι πακιστανικές δυνάμεις έχουν αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις μέσα στην Υεμένη.
Η στρατηγική σημασία της συμμαχίας βρίσκεται στην ενίσχυση της συλλογικής άμυνας, όχι σε κάποια αποδεδειγμένη απόφαση για κοινή εισβολή. Εάν η συνεργασία περιοριστεί στην προστασία υποδομών και στην αναχαίτιση επιθέσεων, μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Εάν επεκταθεί σε άμεση πολεμική εμπλοκή, κινδυνεύει να μετατρέψει την κρίση της Υεμένης σε ευρύτερη περιφερειακή αντιπαράθεση.
Αυτό είναι το πραγματικό τεστ για τη σύμπραξη Ριάντ–Άγκυρας–Ισλαμαμπάντ: εάν μπορεί να περιορίσει τις επιθέσεις χωρίς να διευρύνει τον πόλεμο.
5. Ιράν και Χούθι: Συμμαχία, διαμεσολάβηση και στρατηγική αποτροπή
Η Τεχεράνη αντιμετωπίζει την κρίση στην Υεμένη ως μέρος μιας ευρύτερης περιφερειακής αντιπαράθεσης, αλλά η σχέση της με τους Χούθι δεν πρέπει να ερμηνεύεται μηχανιστικά. Η πολιτική σύγκλιση, η στρατιωτική συνεργασία και η κοινή αντίθεση προς τη σαουδαραβική επιρροή δεν αποδεικνύουν ότι κάθε απόφαση των Χούθι λαμβάνεται κατόπιν ιρανικής εντολής.
Στις 12 Οκτωβρίου, ο εκπρόσωπος του ιρανικού Υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγαΐ, υποστήριξε ότι η κρίση πρέπει να επιλυθεί μέσω συμφωνίας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Χούθι. Τόνισε ότι είχε υπάρξει συμφωνημένος οδικός χάρτης, ο οποίος δεν εφαρμόστηκε, και υποστήριξε ότι η νέα κλιμάκωση εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Ισραήλ. Η θέση αυτή αποτυπώνει την επίσημη ιρανική ανάγνωση, όχι μια ανεξάρτητα αποδεδειγμένη εξήγηση των κινήτρων όλων των εμπλεκομένων.
Για το Ιράν, η πίεση προς τη Σαουδική Αραβία μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεσος μοχλός αποτροπής, καθώς υποχρεώνει το Ριάντ να κατανέμει πόρους μεταξύ της Υεμένης, της εσωτερικής ασφάλειας και της προστασίας των ενεργειακών εγκαταστάσεων. Ωστόσο, μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση θα μπορούσε να προκαλέσει ισχυρότερη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ ή άλλων περιφερειακών δυνάμεων.
Η Τεχεράνη έχει, επομένως, λόγους να διατηρεί την επιρροή της χωρίς να επιδιώκει αναγκαστικά έναν γενικευμένο πόλεμο. Η πραγματική έκταση της επιχειρησιακής συνεργασίας της με τους Χούθι, όπως και ο βαθμός ελέγχου που ασκεί στις αποφάσεις τους, πρέπει να αξιολογούνται βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και όχι μόνο πολιτικών δηλώσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η κρίση θα παραμείνει μια έμμεση αντιπαράθεση ή θα οδηγήσει σε άμεση σύγκρουση μεταξύ κρατών. Μέχρι να υπάρξουν σαφή στοιχεία για συγκεκριμένες ιρανικές επιχειρησιακές ενέργειες, οι ισχυρισμοί περί επικείμενης ιρανικής επίθεσης ή ενιαίου σχεδίου συντονισμού πρέπει να παραμένουν στην κατηγορία των ανεπιβεβαίωτων εκτιμήσεων.
6. Η Ουάσιγκτον: Αποτροπή, στρατιωτική παρουσία και όρια της εμπλοκής
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η κρίση στην Υεμένη συνδέεται με τρεις στρατηγικούς στόχους: την ασφάλεια των συμμάχων τους στον Κόλπο, τον περιορισμό της ιρανικής επιρροής και την προστασία των θαλάσσιων οδών. Αυτοί οι στόχοι δεν σημαίνουν, ωστόσο, ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί αναγκαστικά έναν γενικευμένο πόλεμο.
Η αμερικανική στάση βρίσκεται ανάμεσα σε δύο πιέσεις. Από τη μία, η αδυναμία προστασίας της Σαουδικής Αραβίας θα έπληττε την αξιοπιστία των αμερικανικών δεσμεύσεων. Από την άλλη, η άμεση επέκταση των επιχειρήσεων κατά των Χούθι ή του Ιράν θα μπορούσε να ανοίξει περισσότερα μέτωπα και να αυξήσει το κόστος της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή.
Το Ιράν και το μέτωπο της Υεμένης
Στις δημόσιες τοποθετήσεις του, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε αναφερθεί σε διπλωματικές επαφές με το Ιράν και σε αποφυγή άμεσης επίθεσης πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Μια τέτοια δήλωση, εφόσον παραμένει σε ισχύ, δεν αποκλείει στρατιωτικές ενέργειες στην Υεμένη ούτε προδικάζει τη στάση του Ισραήλ.
Πρέπει επίσης να διακρίνουμε την άμεση αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν από την ενίσχυση της σαουδαραβικής άμυνας ή από ενδεχόμενα πλήγματα κατά των Χούθι. Πρόκειται για διαφορετικές επιχειρησιακές επιλογές, με διαφορετικές συνέπειες.
Το πραγματικό όριο
Η Ουάσιγκτον μπορεί να επιδιώξει να περιορίσει τις δυνατότητες των Χούθι χωρίς να αναλάβει το κόστος μιας νέας μεγάλης χερσαίας εμπλοκής. Δεν είναι, όμως, βέβαιο ότι μια τέτοια στρατηγική θα πετύχει, ιδιαίτερα εάν συνεχιστούν οι επιθέσεις κατά σαουδαραβικών πόλεων και ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι ΗΠΑ θα περιοριστούν στην αποτροπή και στην υποστήριξη των συμμάχων τους ή αν θα περάσουν σε άμεση στρατιωτική δράση. Μέχρι να υπάρξει σαφής επιχειρησιακή ένδειξη ή επίσημη απόφαση, η πιθανότητα αμερικανικών πληγμάτων πρέπει να παραμένει σενάριο και όχι δεδομένο.
7. Ισραήλ: Η περιφερειακή κλιμάκωση και το ζήτημα του συντονισμού
Η ισραηλινή διάσταση της κρίσης πρέπει να εξεταστεί μέσα από τη στρατηγική αντιπαράθεση με το Ιράν και την προσπάθεια περιορισμού των δυνάμεων που συνδέονται με την Τεχεράνη. Για το Ισραήλ, οι Χούθι αποτελούν απειλή όχι μόνο εξαιτίας των επιθέσεων στην Ερυθρά Θάλασσα, αλλά και λόγω της δυνατότητάς τους να πλήττουν στόχους σε μεγάλες αποστάσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η γεωγραφία προσφέρει στους Χούθι ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα: μπορούν να ασκούν πίεση σε θαλάσσιες οδούς που εξυπηρετούν το ισραηλινό λιμάνι του Εϊλάτ, ενώ η δράση τους συνδέεται πολιτικά και στρατηγικά με την ευρύτερη αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν. Έτσι, η Υεμένη αποκτά σημασία πέρα από τα άμεσα σύνορά της.
Το Ριάντ και οι ανεπιβεβαίωτες αναφορές
Έχουν κυκλοφορήσει ισχυρισμοί για παρουσία Ισραηλινών αξιωματούχων πληροφοριών σε στρατιωτικές διαβουλεύσεις στο Ριάντ. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν υπάρχει επαρκής επιβεβαίωση που να επιτρέπει να παρουσιαστεί αυτή η πληροφορία ως γεγονός. Ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι υπάρχει κοινό επιχειρησιακό κέντρο Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ.
Η διάκριση έχει σημασία. Η σύγκλιση συμφερόντων απέναντι στο Ιράν μπορεί να δημιουργεί περιθώρια έμμεσης συνεργασίας, χωρίς να συνεπάγεται πλήρη ταύτιση στρατηγικών ή κοινή διοίκηση επιχειρήσεων. Το Ριάντ οφείλει να συνυπολογίζει το εσωτερικό και περιφερειακό πολιτικό κόστος μιας ανοιχτής συνεργασίας με το Ισραήλ, ενώ το Τελ Αβίβ έχει δικές του προτεραιότητες ασφαλείας.
Το ισραηλινό δίλημμα
Το Ισραήλ έχει λόγους να επιδιώκει τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνατοτήτων των Χούθι, ιδίως όταν απειλούνται η ναυσιπλοΐα και στόχοι που συνδέονται με την ισραηλινή οικονομία. Ωστόσο, μια άμεση ισραηλινή επίθεση στην Υεμένη θα μπορούσε να προκαλέσει νέα αντίποινα και να περιπλέξει τη σχέση του Τελ Αβίβ με τις αραβικές χώρες της περιοχής.
Η βασική διάκριση είναι ανάμεσα σε τρία ενδεχόμενα: διπλωματική σύγκλιση με το Ριάντ, ανταλλαγή πληροφοριών και άμεσο επιχειρησιακό συντονισμό. Το ένα δεν αποδεικνύει αυτομάτως το άλλο.
Συμπέρασμα: Το Ισραήλ αποτελεί σημαντικό παράγοντα της περιφερειακής εξίσωσης, αλλά η εμπλοκή του πρέπει να τεκμηριώνεται συγκεκριμένα. Η πιθανότητα συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία είναι στρατηγικά εύλογη· η ύπαρξη ενιαίου σχεδίου πολέμου παραμένει αναπόδεικτη.
8. Ορμούζ και Ερυθρά Θάλασσα: Η ενεργειακή γεωγραφία της σύγκρουσης
Η κρίση αποκτά ευρύτερη στρατηγική διάσταση όταν εξεταστούν μαζί το Μπαμπ ελ Μαντέμπ και τα Στενά του Ορμούζ. Πρόκειται για δύο διαφορετικά θαλάσσια περάσματα, τα οποία όμως συνδέονται με την ενεργειακή ασφάλεια, το διεθνές εμπόριο και την ισορροπία ισχύος στην ευρύτερη περιοχή.
Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και αποτελεί κρίσιμο πέρασμα για τα πλοία που κατευθύνονται προς τη Διώρυγα του Σουέζ. Το Ορμούζ, αντίστοιχα, αποτελεί βασική έξοδο των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Περσικού Κόλπου προς τον Ινδικό Ωκεανό. Η ταυτόχρονη αστάθεια στις δύο περιοχές θα μπορούσε να δημιουργήσει πολλαπλές πιέσεις στις ενεργειακές ροές και στο κόστος των θαλάσσιων μεταφορών.
Η στρατηγική σημασία δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των πλοίων που διέρχονται από αυτά τα σημεία. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η απειλή κατά της ναυσιπλοΐας μπορεί να προκαλέσει οικονομικές συνέπειες ακόμη και χωρίς πλήρη αποκλεισμό. Η αύξηση των ασφαλίστρων, οι αλλαγές δρομολογίων και η ανάγκη στρατιωτικής συνοδείας μετατρέπουν τη γεωγραφία σε μέσο πίεσης.
Οι επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα και η πτώση των εξαγωγών
Στις 12 Οκτωβρίου, το κινεζικό πρακτορείο Xinhua μετέδωσε ότι έξι πλοία δέχθηκαν επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ και στα γειτονικά ύδατα μέσα σε μία ημέρα. Μεταξύ τους περιλαμβάνονταν πετρελαιοφόρα και πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. Οι επιμέρους επιθέσεις αποδόθηκαν σε άγνωστα βλήματα ή μη επανδρωμένο αεροσκάφος, χωρίς να έχει εξακριβωθεί ανεξάρτητα η ευθύνη για κάθε περιστατικό.
Παράλληλα, οι εκτιμήσεις για τις πετρελαϊκές ροές παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις. Ρωσικές αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου υπολόγιζαν ότι οι εξαγωγές πετρελαίου και συμπυκνωμάτων μέσω του Ορμούζ είχαν ανακάμψει περίπου στο 75% των προγενέστερων επιπέδων. Τα στοιχεία αυτά αφορούσαν συγκεκριμένη χρονική περίοδο και δεν πρέπει να συγχέονται με τις νεότερες αναφορές για επιδείνωση της κατάστασης.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει μια σημαντική εναλλακτική: τον αγωγό Ανατολής–Δύσης προς την Ερυθρά Θάλασσα. Σύμφωνα με την ίδια την Aramco, το σύστημα έφθασε σε δυναμικότητα περίπου 7 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η γεωπολιτική σύνδεση
Εδώ συναντώνται τα δύο μέτωπα. Η πίεση στο Ορμούζ επηρεάζει τις εξαγωγές των κρατών του Κόλπου, ενώ η αστάθεια στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ απειλεί τη διαδρομή προς το Σουέζ. Εάν οι κίνδυνοι αυξηθούν ταυτόχρονα, οι εναλλακτικές διαδρομές θα δεχθούν μεγαλύτερη πίεση και το κόστος μεταφοράς ενέργειας μπορεί να αυξηθεί σημαντικά.
Δεν απαιτείται πλήρης ναυτικός αποκλεισμός για να προκληθεί ενεργειακή κρίση. Αρκεί η αβεβαιότητα να γίνει τόσο μεγάλη ώστε πλοιοκτήτες, ασφαλιστές και αγοραστές να αλλάξουν συμπεριφορά.
Το στρατηγικό συμπέρασμα είναι ότι η Υεμένη και το Ορμούζ δεν αποτελούν δύο απομονωμένες κρίσεις. Συνδέονται μέσω της ενεργειακής γεωγραφίας και της δυνατότητας περιφερειακών δυνάμεων να μεταφέρουν το κόστος μιας σύγκρουσης στο διεθνές εμπόριο. Αυτό δεν αποδεικνύει κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό, αλλά δημιουργεί ένα κοινό πεδίο στρατηγικής πίεσης.
9. Η Κίνα και ο ευρασιατικός χώρος: Ποιος πληρώνει το κόστος της θαλάσσιας αστάθειας;
Η κρίση στην Υεμένη δεν αφορά μόνο τη Σαουδική Αραβία, το Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αγγίζει έναν ευρύτερο γεωοικονομικό χώρο, στον οποίο η Κίνα και οι υπόλοιπες ασιατικές οικονομίες εξαρτώνται από τη σταθερότητα των θαλάσσιων διαδρομών προς την Ευρώπη.
Η Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ αποτελούν κρίκους της σύνδεσης μεταξύ Ινδικού Ωκεανού, Σουέζ και Μεσογείου. Μια παρατεταμένη κρίση μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερες διαδρομές γύρω από την Αφρική, να αυξήσει το κόστος των μεταφορών και να καθυστερήσει την παράδοση εμπορευμάτων. Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στις δυτικές οικονομίες. Επηρεάζουν επίσης τους Κινέζους εξαγωγείς, τις ασιατικές βιομηχανικές αλυσίδες και τις χώρες που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια.
Η κινεζική θέση: Σταθερότητα χωρίς άμεση στρατιωτική εμπλοκή
Η επίσημη κινεζική τοποθέτηση είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Στις 9 Οκτωβρίου, ο Κινέζος πρέσβης Φου Κονγκ, μιλώντας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, συνέδεσε την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας με την αποκλιμάκωση των συγκρούσεων στην ξηρά. Υποστήριξε ότι οι θαλάσσιες διαταραχές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν οριστικά όσο συνεχίζονται οι περιφερειακές πολεμικές συγκρούσεις και ζήτησε διάλογο, σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών και αναμόρφωση της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Η στάση αυτή αντανακλά ένα βασικό κινεζικό συμφέρον: τη διατήρηση εμπορικών και ενεργειακών διαδρομών χωρίς να αναλαμβάνει το Πεκίνο το κόστος μιας άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Δεν αποτελεί απόδειξη ότι η Κίνα ελέγχει ή κατευθύνει τις εξελίξεις στην Υεμένη. Δείχνει, όμως, ότι θεωρεί την κρίση μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος περιφερειακής ασφάλειας.
Η ευρασιατική διάσταση
Από ευρασιατική σκοπιά, η κρίση αναδεικνύει ένα δομικό πρόβλημα: η παγκόσμια οικονομία εξαρτάται από θαλάσσιους διαδρόμους που βρίσκονται σε περιοχές με έντονες στρατιωτικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η εξάρτηση αυτή δημιουργεί ευκαιρίες πίεσης για περιφερειακούς δρώντες, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος για τις οικονομίες που στηρίζονται στο διεθνές εμπόριο.
Η Κίνα έχει συμφέρον να διατηρήσει ανοιχτές τις θαλάσσιες οδούς, ενώ η Ρωσία έχει λόγους να παρακολουθεί τις επιπτώσεις στην ενεργειακή αγορά και στους συσχετισμούς ισχύος. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες διαθέτουν κοινό σχέδιο για την Υεμένη. Τα συμφέροντά τους μπορεί να συγκλίνουν σε ορισμένα σημεία χωρίς να ταυτίζονται πλήρως.
Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η κρίση στην Υεμένη έχει ξεπεράσει τα όρια μιας τοπικής σύγκρουσης. Η σύνδεσή της με την Ερυθρά Θάλασσα και το Ορμούζ την εντάσσει σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό για την ασφάλεια των εμπορικών διαδρομών και την περιφερειακή αρχιτεκτονική ισχύος.
10. Οι ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες και τα όρια της εκτίμησης
Η ανάλυση της κρίσης απαιτεί διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα, στις δηλώσεις των εμπλεκομένων και στις γεωπολιτικές εκτιμήσεις. Χωρίς αυτή τη διάκριση, η πληροφορία μετατρέπεται εύκολα σε αφήγημα και οι υποθέσεις παρουσιάζονται ως αποδείξεις.
Τα σημαντικότερα ανοικτά ζητήματα είναι τα εξής:
Η επίθεση στο αεροδρόμιο του Ριάντ: οι αναφορές για τον αριθμό των νεκρών διαφέρουν, ενώ χρειάζεται ανεξάρτητη επιβεβαίωση της ευθύνης και των συνθηκών της επίθεσης.
Οι επιχειρήσεις στη Μόχα και στη Ντουμπάμπ: οι ανακοινώσεις για εδαφικά κέρδη δεν αποδεικνύουν από μόνες τους σταθερό έλεγχο των περιοχών.
Η παρουσία πακιστανικών δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία: απαιτείται σαφέστερη εικόνα για τον αριθμό, την αποστολή και τους επιχειρησιακούς περιορισμούς τους.
Η εμπλοκή του Ισραήλ: οι αναφορές για Ισραηλινούς αξιωματούχους σε στρατιωτικές διαβουλεύσεις στο Ριάντ δεν αρκούν για να τεκμηριώσουν κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Η ιρανική καθοδήγηση των Χούθι: η στρατηγική σχέση και η στρατιωτική συνεργασία δεν αποδεικνύουν ότι κάθε επίθεση πραγματοποιείται κατόπιν εντολής της Τεχεράνης.
Ενδεχόμενη αμερικανική επέμβαση: χωρίς επίσημη απόφαση ή σαφή επιχειρησιακά στοιχεία, τα σενάρια άμεσων πληγμάτων δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως ειλημμένες αποφάσεις.
Οι ενεργειακές ροές μέσω του Ορμούζ: οι εκτιμήσεις για τις εξαγωγές και τη ναυσιπλοΐα αφορούν συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και χρειάζονται συνεχή επαλήθευση.
Τι προκύπτει από αυτά;
Οι παραπάνω εκκρεμότητες δεν ακυρώνουν τη στρατηγική σημασία της κρίσης. Περιορίζουν, όμως, όσα μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα.
Η σύγκλιση συμφερόντων δεν αποδεικνύει κοινό σχέδιο. Η στρατιωτική συνεργασία δεν συνεπάγεται αυτόματα κοινή πολεμική δράση. Και η ταυτόχρονη αστάθεια σε δύο θαλάσσια περάσματα δεν αποδεικνύει ότι κάποιος ενορχηστρώνει ενιαία περιφερειακή κρίση.
Η ισχυρότερη υπόθεση εργασίας είναι ότι η αλληλεπίδραση πολλών επιμέρους συγκρούσεων μπορεί να δημιουργήσει μια ευρύτερη κρίση, ακόμη και χωρίς κεντρικό συντονισμό. Αυτή είναι η υπόθεση που πρέπει να δοκιμαστεί απέναντι στα γεγονότα, όχι να θεωρηθεί εξαρχής αποδεδειγμένη.
11. Τα σενάρια κλιμάκωσης: Από τον περιορισμένο πόλεμο στην περιφερειακή ανάφλεξη
Η εξέλιξη της κρίσης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι εμπλεκόμενες πλευρές μπορούν να περιορίσουν τα αντίποινα και να αποτρέψουν τη μεταφορά της σύγκρουσης σε νέα μέτωπα. Διακρίνονται τέσσερα βασικά σενάρια.
Πρώτο σενάριο: Ελεγχόμενη κλιμάκωση. Η Σαουδική Αραβία συνεχίζει τις επιχειρήσεις στην Υεμένη, ενισχύει την αεράμυνά της και αξιοποιεί τη συνεργασία με την Τουρκία και το Πακιστάν. Οι Χούθι απαντούν με περιορισμένες επιθέσεις, χωρίς να προκαλείται άμεση σύγκρουση μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ. Πρόκειται για μια εύθραυστη ισορροπία, καθώς κάθε νέο πλήγμα μπορεί να μεταβάλει τους υπολογισμούς.
Δεύτερο σενάριο: Διεύρυνση της σαουδαραβικής εκστρατείας. Το Ριάντ επιλέγει εντονότερη στρατιωτική δράση, επιδιώκοντας να ανακτήσει τις παράκτιες θέσεις και να περιορίσει τις δυνατότητες των Χούθι κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Εάν οι επιχειρήσεις δεν οδηγήσουν σε γρήγορο αποτέλεσμα, η Σαουδική Αραβία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με παρατεταμένο πόλεμο και αυξημένο κόστος προστασίας των υποδομών της.
Τρίτο σενάριο: Περιφερειακή αλυσιδωτή αντίδραση. Επιθέσεις κατά σαουδαραβικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, νέα πλήγματα στη ναυσιπλοΐα και ενδεχόμενη άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ ή του Ισραήλ δημιουργούν συνθήκες ευρύτερης σύγκρουσης. Σε αυτή την περίπτωση, το Ορμούζ και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως παράλληλα σημεία πίεσης. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σενάριο, όχι επειδή είναι αναπόφευκτο, αλλά επειδή οι συνέπειές του θα ξεπερνούσαν κατά πολύ την Υεμένη.
Τέταρτο σενάριο: Προσωρινή αποκλιμάκωση. Η στρατιωτική πίεση και το οικονομικό κόστος οδηγούν σε επανέναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ Ριάντ και Χούθι, με πιθανή διαμεσολάβηση περιφερειακών δυνάμεων. Μια συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει τις επιθέσεις και να δημιουργήσει περιθώριο πολιτικής διευθέτησης, χωρίς να επιλύσει αυτομάτως τις βαθύτερες αντιθέσεις.
Οι δείκτες που θα κρίνουν την πορεία
Για να διαπιστωθεί ποιο σενάριο αποκτά μεγαλύτερη πιθανότητα, χρειάζεται να παρακολουθούνται συγκεκριμένες εξελίξεις:
Η επιβεβαιωμένη μεταβολή του ελέγχου στη Μόχα, στη Ντουμπάμπ και στις προσβάσεις του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Η συχνότητα και η αποτελεσματικότητα επιθέσεων κατά σαουδαραβικών πόλεων και ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Η πραγματική αποστολή των τουρκικών και πακιστανικών δυνάμεων.
Τυχόν επίσημες αποφάσεις για άμεση αμερικανική ή ισραηλινή στρατιωτική δράση.
Η εξέλιξη των διπλωματικών επαφών μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Ιράν και Χούθι.
Η πραγματική κατάσταση της ναυσιπλοΐας και των ενεργειακών ροών στα δύο θαλάσσια περάσματα.
Δεν δικαιολογείται η απόδοση αριθμητικών πιθανοτήτων στα σενάρια χωρίς αξιόπιστα και συγκρίσιμα δεδομένα. Η ποιοτική αξιολόγηση είναι πιο έντιμη από την κατασκευή ποσοστών που δίνουν ψευδή αίσθηση ακρίβειας.
Η κρίση δεν οδηγεί αναγκαστικά σε γενικευμένο πόλεμο. Ο κίνδυνος βρίσκεται στην αλληλουχία των αντιδράσεων: μια επίθεση μπορεί να προκαλέσει αντίποινα, τα αντίποινα να ενεργοποιήσουν νέες αμυντικές δεσμεύσεις και αυτές να διευρύνουν τη σύγκρουση πέρα από τις αρχικές προθέσεις των εμπλεκομένων.
Η Δυτική Υεμένη ως πεδίο στρατηγικής ανατροπής: Μόχα, Ντουμπάμπ και Ταΐζ
Η στρατιωτική αναμέτρηση στη δυτική Υεμένη αποτελεί πλέον το κρίσιμο χερσαίο μέτωπο της περιφερειακής κρίσης. Η Μόχα, η Ντουμπάμπ, οι οδικές αρτηρίες της Ταΐζ και οι θέσεις γύρω από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ δεν αποτελούν απλώς τοπικούς στρατιωτικούς στόχους. Συγκροτούν ένα ενιαίο γεωγραφικό σύστημα, μέσω του οποίου συνδέονται ο έλεγχος της ακτής, ο ανεφοδιασμός των αντιμαχόμενων δυνάμεων και η δυνατότητα άσκησης πίεσης στη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Η επιχείρηση «Αυγή της Υεμένης»
Στις 5 Οκτωβρίου, οι δυνάμεις της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης ανακοίνωσαν την έναρξη της επιχείρησης «Αυγή της Υεμένης», με σαουδαραβική αεροπορική υποστήριξη. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της κυβερνητικής πλευράς, οι δυνάμεις της Ασπίδας του Έθνους, οι Ταξιαρχίες των Νοτίων Γιγάντων και η Αντίσταση της Τιχάμα προωθήθηκαν προς τη Μόχα και τη Ντουμπάμπ, επιδιώκοντας να ανακτήσουν θέσεις κατά μήκος της δυτικής ακτής.
Η σαουδαραβική πλευρά ανακοίνωσε ότι περίπου 100 μαχητικά αεροσκάφη συμμετείχαν στην επιχείρηση και ότι καταστράφηκαν 324 στόχοι υψηλής αξίας. Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν ισχυρισμούς της συμμαχίας και δεν πρέπει να συγχέονται με ανεξάρτητα επιβεβαιωμένα αποτελέσματα. Σε μεταγενέστερη ανακοίνωση, στις 10 Οκτωβρίου, η συμμαχία έκανε λόγο για 136 στρατιωτικούς στόχους που επλήγησαν σε περιοχές υπό τον έλεγχο των Χούθι.
Η διαφορά των αριθμών δεν αποδεικνύει αντίφαση, καθώς ενδέχεται να αφορούν διαφορετικές επιχειρησιακές φάσεις. Απαιτεί, ωστόσο, σαφή διάκριση ως προς την ημερομηνία, το πεδίο και το είδος των στόχων.
Η Μόχα και η Ντουμπάμπ
Οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι εισήλθαν στη Μόχα και κατέλαβαν τη Ντουμπάμπ, το αεροδρόμιο της περιοχής και κρίσιμες θέσεις κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Υποστήριξαν επίσης ότι αποκόπηκαν διαδρομές ανεφοδιασμού και ότι τμήματα των δυνάμεων των Χούθι περικυκλώθηκαν.
Οι ανακοινώσεις αυτές δεν αρκούν από μόνες τους για να αποδειχθεί σταθερός έλεγχος ολόκληρης της περιοχής. Η κατάληψη μιας πόλης ή ενός αεροδρομίου δεν σημαίνει ότι έχουν εξασφαλιστεί τα γύρω υψώματα, οι δρόμοι ανεφοδιασμού και οι δυνατότητες απόκρουσης αντεπιθέσεων. Η επιχειρησιακή έκβαση θα κριθεί από το αν οι κυβερνητικές δυνάμεις μπορούν να διατηρήσουν τις θέσεις τους και να προστατεύσουν τις προσβάσεις προς την ακτή.
Η Ταΐζ και η Αλ Τουρμπά
Την ίδια περίοδο, οι Χούθι ανακοίνωσαν προωθήσεις στην Αλ Τουρμπά και σε περιοχές της επαρχίας Ταΐζ, υποστηρίζοντας ότι κυβερνητικές δυνάμεις αποχώρησαν από ορισμένες θέσεις. Οι αναφορές αυτές συνδέονται με τη σημασία του οδικού άξονα που ενώνει την Ταΐζ με το Άντεν και τις νότιες επαρχίες.
Η εξέλιξη δημιουργεί ένα σύνθετο επιχειρησιακό πρόβλημα για τη σαουδαραβική πλευρά. Ακόμη και αν οι κυβερνητικές δυνάμεις επιτύχουν στην παράκτια ζώνη, η πίεση στην ενδοχώρα μπορεί να τις υποχρεώσει να διασπάσουν τις δυνάμεις τους. Η διατήρηση των παράκτιων κερδών εξαρτάται, συνεπώς, και από τον έλεγχο των οδικών συνδέσεων και των ορεινών περασμάτων.
Το στρατηγικό διακύβευμα
Η σημασία των επιχειρήσεων υπερβαίνει την ανακατάληψη μεμονωμένων περιοχών. Για τη Σαουδική Αραβία, ο έλεγχος της δυτικής ακτής θα μπορούσε να περιορίσει τις επιλογές των Χούθι και να ενισχύσει την ασφάλεια του Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Για τους Χούθι, η διατήρηση θέσεων στην ενδοχώρα και η δυνατότητα απειλής των παράκτιων διαδρομών προσφέρουν στρατηγικό βάθος ακόμη και σε περίπτωση απώλειας εδαφών.
Πρέπει, ωστόσο, να διακρίνουμε τον εδαφικό έλεγχο από τη δυνατότητα απειλής της ναυσιπλοΐας. Η απώλεια μιας παράκτιας θέσης δεν εξαλείφει αυτομάτως τις πυραυλικές δυνατότητες ή τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Αντίστοιχα, η παρουσία των Χούθι κοντά στο στενό δεν συνεπάγεται ότι μπορούν να επιβάλουν πλήρη αποκλεισμό.
Η ουσία της μάχης βρίσκεται στη δυνατότητα μετατροπής των προσωρινών εδαφικών κερδών σε διαρκή στρατηγικό έλεγχο. Εάν αυτό δεν επιτευχθεί, η σύγκρουση μπορεί να παραταθεί και η πίεση να μεταφερθεί εκ νέου στις σαουδαραβικές υποδομές και στις θαλάσσιες οδούς.
Η δυτική Υεμένη αναδεικνύεται έτσι σε σημείο σύνδεσης τριών επιπέδων της κρίσης: του χερσαίου πολέμου, της ασφάλειας των ενεργειακών ροών και της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος. Η εξέλιξη αυτού του μετώπου θα αποτελέσει βασικό δείκτη για το αν η κρίση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα αποκτήσει ευρύτερες περιφερειακές διαστάσεις.
12. Η Υεμένη ως πυροκροτητής: Η γεωπολιτική εξίσωση της περιφερειακής σύγκρουσης
Η κρίση στην Υεμένη δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ενός ενιαίου σχεδίου για την ανάφλεξη της Μέσης Ανατολής. Αποκαλύπτει, όμως, πώς διαφορετικές αντιπαραθέσεις μπορούν να συνδεθούν και να δημιουργήσουν μια ευρύτερη κρίση, ακόμη και χωρίς κεντρικό συντονισμό.
Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να περιορίσει τους Χούθι και να προστατεύσει τις ενεργειακές της υποδομές. Το Ιράν διατηρεί στρατηγικές σχέσεις με την οργάνωση και επιδιώκει να αποτρέψει την ενίσχυση των αντιπάλων του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να διατηρήσουν την επιρροή τους στον Κόλπο, ενώ το Ισραήλ αντιμετωπίζει τις δυνατότητες των Χούθι ως μέρος της ευρύτερης αντιπαράθεσής του με την Τεχεράνη. Παράλληλα, η συνεργασία Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν δημιουργεί νέες δυνατότητες αμυντικού συντονισμού, χωρίς να αποδεικνύει ότι έχει συγκροτηθεί κοινό επιθετικό μέτωπο.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η γεωγραφική σύνδεση αυτών των συμφερόντων. Η Υεμένη βρίσκεται δίπλα στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ενώ η περιφερειακή ένταση επηρεάζει και το Ορμούζ. Η ταυτόχρονη αστάθεια στα δύο περάσματα μπορεί να μεταφέρει τη σύγκρουση από το στρατιωτικό πεδίο στην ενέργεια, στο εμπόριο και στην οικονομική ασφάλεια κρατών που δεν συμμετέχουν άμεσα στον πόλεμο.
Από την τοπική σύγκρουση στην περιφερειακή ανατροπή
Το βασικό ενδεχόμενο δεν είναι απαραίτητα μια προσχεδιασμένη γενικευμένη σύγκρουση. Είναι μια αλληλουχία αντιδράσεων: σαουδαραβικά πλήγματα προκαλούν αντίποινα των Χούθι, οι επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές αυξάνουν την πίεση στο Ριάντ, η Σαουδική Αραβία ζητά εντονότερη εξωτερική υποστήριξη και η εμπλοκή νέων δυνάμεων διευρύνει το πεδίο αντιπαράθεσης.
Σε μια τέτοια εξέλιξη, κάθε πλευρά μπορεί να θεωρεί ότι ενεργεί αμυντικά, ενώ το συνολικό αποτέλεσμα είναι η κλιμάκωση. Αυτός είναι ο μηχανισμός που καθιστά την Υεμένη δυνητικό πυροκροτητή: όχι κάποια αποδεδειγμένη κρυφή ενορχήστρωση, αλλά η αλληλεπίδραση στρατιωτικών ενεργειών, συμμαχικών δεσμεύσεων και γεωγραφικών ευπαθειών.
Το τελικό συμπέρασμα
Η Υεμένη αποτελεί ένα κρίσιμο σημείο της περιφερειακής ισορροπίας, επειδή συνδέει τον χερσαίο πόλεμο με την ασφάλεια δύο στρατηγικών θαλάσσιων περασμάτων. Η εξέλιξη της κρίσης θα εξαρτηθεί από το αν οι εμπλεκόμενες δυνάμεις θα περιορίσουν την αντιπαράθεση ή θα επιτρέψουν στα επιμέρους μέτωπα να συνδεθούν σε μια ευρύτερη σύγκρουση.
Η πραγματική απειλή δεν είναι μόνο η επέκταση του πολέμου, αλλά η απώλεια ελέγχου της κλιμάκωσης. Όταν η στρατιωτική πίεση, η ενεργειακή ασφάλεια και οι περιφερειακές συμμαχίες αλληλεπιδρούν, μια τοπική σύγκρουση μπορεί να αποκτήσει συνέπειες πολύ μεγαλύτερες από τις αρχικές επιδιώξεις των πρωταγωνιστών της.
Η Υεμένη δεν είναι αναγκαστικά η αφετηρία ενός γενικευμένου πολέμου. Μπορεί, όμως, να γίνει το σημείο από το οποίο οι αντιθέσεις της Μέσης Ανατολής θα περάσουν σε μια νέα, πολύ πιο επικίνδυνη φάση.
13. Η επόμενη ημέρα: Οι δείκτες που θα αποκαλύψουν την πορεία της σύγκρουσης
Η εξέλιξη της κρίσης θα κριθεί από τέσσερις παράγοντες:
Στο πεδίο της Υεμένης: αν οι κυβερνητικές δυνάμεις διατηρήσουν τον έλεγχο της Μόχα και του Ντουμπάμπ ή αν οι Χούθι ανακτήσουν κρίσιμες θέσεις.
Στη Σαουδική Αραβία: αν οι επιθέσεις επεκταθούν σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια και βασικές υποδομές.
Στις περιφερειακές συμμαχίες: αν η συνεργασία Τουρκίας–Πακιστάν–Σαουδικής Αραβίας περάσει από τις συμφωνίες σε συγκεκριμένη στρατιωτική δράση.
Στις θαλάσσιες οδούς: αν το Μπαμπ ελ Μαντέμπ και το Ορμούζ αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα σοβαρούς περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα.
Το καθοριστικό σημάδι δεν θα είναι μια ακόμη σκληρή δήλωση, αλλά η μετάβαση από τις απειλές σε διαρκείς στρατιωτικές επιχειρήσεις και η πραγματική εμπλοκή νέων δυνάμεων.
Η Υεμένη παραμένει το επίκεντρο. Το ερώτημα είναι αν οι περιφερειακοί αντίπαλοι θα καταφέρουν να περιορίσουν τη σύγκρουση ή αν θα μετατρέψουν ένα τοπικό μέτωπο σε κρίση με επιπτώσεις σε ολόκληρη την Ευρασία.
Η Υεμένη και η μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο
Η κρίση στην Υεμένη δεν αφορά αποκλειστικά τη σύγκρουση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Χούθι. Αποκαλύπτει τη βαθύτερη αναδιάταξη ισχύος στη Μέση Ανατολή, όπου οι περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να διαμορφώσουν αυτόνομους συσχετισμούς, να περιορίσουν την εξάρτησή τους από εξωτερικούς προστάτες και να εξασφαλίσουν τον έλεγχο κρίσιμων γεωγραφικών κόμβων.
Η Σαουδική Αραβία αναζητά στρατηγικό βάθος μέσα από νέες αμυντικές συνεργασίες. Η Τουρκία επιδιώκει να διευρύνει τον ρόλο της χωρίς να δεσμευτεί αυτομάτως σε μια γενικευμένη σύγκρουση. Το Πακιστάν ενισχύει τη θέση του στον αραβικό χώρο, ενώ το Ιράν διατηρεί περιφερειακά ερείσματα που αυξάνουν το κόστος κάθε προσπάθειας επιβολής μιας μονομερούς τάξης. Παράλληλα, η Κίνα και η Ρωσία έχουν συμφέρον να αποτρέψουν μια ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση που θα επηρέαζε τις ενεργειακές ροές και τους ευρύτερους ευρασιατικούς συσχετισμούς.
Αυτές οι δυνάμεις δεν συγκροτούν κατ’ ανάγκην ένα ενιαίο στρατόπεδο. Η πολυπολικότητα δεν σημαίνει ότι όλοι οι μη δυτικοί δρώντες έχουν κοινά συμφέροντα ή ότι συντονίζουν τις κινήσεις τους. Σημαίνει ότι καμία δύναμη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την ικανότητά της να επιβάλλει μόνη της τους όρους της σε μια ολόκληρη περιοχή.
Εδώ βρίσκεται και η στρατηγική σημασία της Υεμένης. Ο έλεγχος της δυτικής ακτής, η ασφάλεια του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και η απρόσκοπτη λειτουργία των ενεργειακών οδών συνδέουν την τοπική σύγκρουση με τον ευρύτερο ανταγωνισμό για την Ευρασία. Όποιος μπορεί να επηρεάζει αυτά τα περάσματα αποκτά διαπραγματευτικό πλεονέκτημα πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθος της επικράτειας που ελέγχει.
Η Υεμένη μπορεί, επομένως, να αποτελέσει σημείο καμπής όχι επειδή είναι αποδεδειγμένα το επίκεντρο ενός ενιαίου σχεδίου, αλλά επειδή φανερώνει τα όρια της μονομερούς επιβολής ισχύος. Αν η σύγκρουση επεκταθεί ταυτόχρονα στην Ερυθρά Θάλασσα, στον Περσικό Κόλπο και στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, οι συνέπειες θα ξεπεράσουν κατά πολύ τις δυνατότητες ελέγχου οποιουδήποτε μεμονωμένου δρώντα.
Η επόμενη φάση δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος θα επικρατήσει στο πεδίο της Υεμένης. Θα κριθεί από το αν οι περιφερειακές δυνάμεις θα μπορέσουν να διαμορφώσουν μια νέα ισορροπία ή αν θα παρασυρθούν σε μια σύγκρουση που θα επιβαρύνει ολόκληρο τον ευρασιατικό χώρο.
Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι η ίδια η διαμόρφωση της περιφερειακής τάξης: αν θα παραμείνει εξαρτημένη από την ισχύ ενός εξωτερικού κέντρου ή αν θα προκύψει μέσα από τον ανταγωνισμό και τη συνεννόηση πολλών αυτόνομων πόλων. Η Υεμένη βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της δοκιμασίας.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






